Νέα..παλιά
Στην ετικέτα "στίχοι μου" προσέθεσα (κάποια από τα) κείμενα που ως τώρα κρατούσα σε χωριστό τετράδιο προορισμένο για ατελή τραγούδια..

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Τέσσερεις παρά

 

*Κάποια νύχτα, με άγνωστη ημερομηνία, αυτή τη χρονιά, η ώρα "4 παρά":


Απόψε χρησιμοποιώ την ελευθερία μου στο κλάμα αντί στον _

Ελευθερία από τους γείτονες, τους γονείς και τους φίλους, 

που ανησυχώ μην ανησυχήσουν

χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν. 

(Το μαξιλάρι "σου" δεν έχει τη μυρωδιά σου πια.

Από τα τόσα καλοκαιρινά βράδια 

που το πήρα γυμνή στην αγκαλιά μου

έχει την δικιά μου.

Αλλά στο σεντόνι παρατηρώ μόλις πως παραμένει ακόμα,

ξινίλα, όχι κολώνια.)

Κλαίω και φωνάζω

-ουρλιάζω τόσο που έφτιαξα τσάι μετά-

γιατί νιώθω κενή, άδεια

ή θέλω μάλλον να σε αδειάσω από μέσα μου,

αφού δεν (θα) σε έχω δίπλα μου.

Νιώθω μούδιασμα στην πλάτη μου.

Θα 'ναι επειδή πονάει η καρδιά μου

ή ίσως επειδή έκοψες τα φτερά μου.

Ζαλίζομαι, πνίγομαι, θα λιποθυμήσω

σχεδόν όπως όταν έρχομαι σε -πραγματικό- οργασμό.

Νιώθω πως πεθαίνω.

Μα για να  το μοιραστώ με κάποιον πρέπει

να του εξηγήσω τι έχω ζήσει. 

Κανείς δεν ξέρει να αγκαλιάζει.

Ίσως ούτε εσύ ήξερες,

αλλά σε έμαθα.

Θα το χρησιμοποιήσεις στην επόμενη,

ή ελπίζεις να μην θέλει;

Με κοιτάζω στον καθρεύτη.

Δεν είμαι άσχημη

όπως δείχνει η κοκκινισμένη μύτη και τα σπυριά μου.

Είμαι φοβισμένη όπως λένε τα μάτια μου. 

Φοβάμαι τη γνώριμη μοναξιά μου. 

Ίσως η μοναξιά μου να μου 'χει θυμώσει

που νόμιζα πως την έδιωξες εσύ,

την έδιωξε η ευτυχία μου.

Ή ίσως να με λυπάται.

Εξάλλου είναι αυτή 

που ξέρει καλύτερα την αλήθεια μου.

Όπως κι η μοναξιά σου,

που ποτέ δεν άφησες να φύγει,

ποτέ δεν μ' άφησες να διώξω,

ξέρει τη δικιά σου.

Το πρωί μάλλον πάλι

θα ξυπνήσω αγχωμένη

γιατί θα σου έχω μιλήσει

στον ύπνο, στα όνειρά μου.

Θα πρέπει να το συνηθίσω,

μου φτάνει δε μου φτάνει.

Εκεί κι εσύ,

όπως τόσοι άλλοι.

Κι ας ήσουν εσύ

άλλο κάτι.

Μα αν δεν αλλάξω εγώ,

τίποτα δεν θα αλλάξει. 

Να δω 

πώς θα με σώσω 

από τα νυχτερινά κλάματα.

Πώς θα τα βρω μ' εμένα.

Να μη χρειάζομαι κανένα. 

Μόνο, αν θέλω, να θέλω.


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Γοργόνα στη γυάλα

Πιάστηκε στα δίχτυα των ψαράδων κάποτε μια γοργόνα.
Ένιωσαν τυχεροί,  κι ας μην μπορούσαν να την φάνε.
Ακριβώς γι' αυτό, όταν την έπεισαν ότι δεν θα της έκαναν κακό και της έδιωξαν τον φόβο, ένιωσε τυχερή κι αυτή.
Την πήγαν στο παλάτι και την πούλησαν στο βασιλιά.
Εκεί της έφτιαξαν μια μεγάλη πισίνα στον κήπο.
Την φρόντιζαν και την θαύμαζαν όλοι σαν κάτι πολύτιμο,  κι αυτή έπαιρνε ικανοποίηση από αυτό.
Κάποια στιγμή άρχισε να καταλαβαίνει πως ήταν πολύτιμη, μα ίσως περισσότερο ένα πολύτιμο πράγμα παρά πλάσμα.
Και η τεράστια πισίνα, μες στην οποία στριφογύριζε, διαπίστωσε πως δεν είχε μεγάλη διαφορά από μια γυάλα όπου βάζουν τα ψάρια.
Όμως πια είχε περάσει τόσος καιρός που,  και να την άφηναν, φοβόταν να γυρίσει στη θάλασσα.
Κι έτσι αρκούταν στο να της αλλάζουν το νερό.