Νέα..παλιά
Στην ετικέτα "στίχοι μου" προσέθεσα (κάποια από τα) κείμενα που ως τώρα κρατούσα σε χωριστό τετράδιο προορισμένο για ατελή τραγούδια..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γοργόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γοργόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Γοργόνα στη γυάλα

Πιάστηκε στα δίχτυα των ψαράδων κάποτε μια γοργόνα.
Ένιωσαν τυχεροί,  κι ας μην μπορούσαν να την φάνε.
Ακριβώς γι' αυτό, όταν την έπεισαν ότι δεν θα της έκαναν κακό και της έδιωξαν τον φόβο, ένιωσε τυχερή κι αυτή.
Την πήγαν στο παλάτι και την πούλησαν στο βασιλιά.
Εκεί της έφτιαξαν μια μεγάλη πισίνα στον κήπο.
Την φρόντιζαν και την θαύμαζαν όλοι σαν κάτι πολύτιμο,  κι αυτή έπαιρνε ικανοποίηση από αυτό.
Κάποια στιγμή άρχισε να καταλαβαίνει πως ήταν πολύτιμη, μα ίσως περισσότερο ένα πολύτιμο πράγμα παρά πλάσμα.
Και η τεράστια πισίνα, μες στην οποία στριφογύριζε, διαπίστωσε πως δεν είχε μεγάλη διαφορά από μια γυάλα όπου βάζουν τα ψάρια.
Όμως πια είχε περάσει τόσος καιρός που,  και να την άφηναν, φοβόταν να γυρίσει στη θάλασσα.
Κι έτσι αρκούταν στο να της αλλάζουν το νερό.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Serene's Serenity


Αποσύρθηκαν τα νερά κι εκείνη έμεινε στη στεριά.
Μόνη, μοναδική, με κάθε "μαζί" της να είναι εκεί.
Μέρος ξένο μα ονειρεμένο.
Ξυπνητή σε περιβάλλον κοιμισμένο.
Ξεγλίστρησε και σύρθηκε τριγύρω.
Έριξε μια ματιά κοντά και μακριά. Κοίταξε το φεγγάρι και τον ήλιο.
Σιωπή και σιγανή μουσική.
Σκέφτηκε να την κλείσει. Μα για να το κάνει ποιά είναι αυτή.
Ξάπλωσε απαλά κι αργά αγκάλιασε το κορμί, 
που δεν ήξερε αν τη χρειαζόταν να το σώσει
ή αν περίμενε από 'κεινο να σωθεί.
Τύλιξε με το χέρι της τη μέση του κι ακούμπησε το κεφάλι της στη βάση του δικού του.
Την καρδιά του να χτυπά, κι αν δεν την ένιωθε, την άκουγε. Δυνατά.
Κι ακόμα, την αναπνοή του. Να δίνει ρυθμό, χαλαρό, στη ζωή του.
Πολύ διαφορετικό την ημέρα από τις ώρες του ύπνου.
Άνοιγε τα μάτια της, σήκωνε το βλέμμα και το κάρφωνε στο πρόσωπό του.
Στα κλειστά βλέφαρα και τα μισάνοιχτα χείλη του.
Εκείνος ζούσε- καρδιοχτυπούσε και ανέπνεε.
Εκείνη ένιωθε πως μόνο αν τον φιλούσε θα ζούσε, για να την φιλήσει θα πέθαινε.
Πνιγόταν όσο από κοντά τον κοιτούσε.
Ήθελε να πάρει από 'κείνον τον αέρα που της έκλεβε. Μα δεν μπορούσε.
Για να ξεφύγει το αποφάσισε, έφυγε και τον άφησε.
Κάτω, στον βυθό, στον πάτο βρέθηκε σε σκοτεινά νερά.
Ψάρια κακά όλα μαζεμένα έξω από τη δική της σπηλιά. Και εκείνη να μην ανοίγει με τίποτα.
Την αγνόησαν διακριτικά όσο αυτή επέμενε για να μπει να παρακαλά.
Κατέφυγε εν τέλει σε άλλη. Δεν ήξερε πως θα ενοχλεί και δεν μπορούσε να μείνει ούτε εκεί πάλι.
Απεγνωσμένη έβαλε τα κλάματα. Πια πιο εχθρική ήταν η θάλασσα.
Και κάθε αναποδιά της φάνηκε σημαδιακή.
Ήθελε να 'ναι στη στεριά. Επιβαλλόταν η επιστροφή.
Είχε μια δεύτερη ευκαιρία.
Υποσχόμενη τα πάντα, ο,τι χρειαστεί, πήρε το κλειδί, που για κείνη άξιζε όσο τριάντα πλοία.
Καθώς προχωρούσε αθόρυβα μα βιαστικά στέγνωναν των ματιών της τα νερά.
Φτάνοντας  στη στεριά πλησίασε το ναυαγό της δειλά.
Αν και περισσότερο ναυαγισμένη ένιωθε αυτή. 
Είχε παλέψει με τα κύματα του βυθού και του μυαλού της κι επιτέλους είχε βρεθεί στο δικό της νησί.
Δεν έπρεπε να 'χε φύγει απ' την αρχή. Μα ίσως απ' το ταξίδι της και να 'χε βοηθηθεί. 
Πλέον δεν είχε άλλη επιλογή. Είχε ανάγκη. Είχε δικαίωμα. Είχε την αντοχή να μείνει εκεί.
Παρόλα αυτά έγειρε από πριν πιο μακριά, γονατισμένη χαμηλά,
 δίπλα του μεν να τον κοιτά, με λυγισμένη την ουρά. 
Κι ενώ είχε κλείσει τα μάτια της σαν για να κοιμηθεί, απότομα ένα χτύπημα ένιωσε μια στιγμή.
Σήκωσε το κεφάλι της, είδε πως την κοιτούσε, τον κοίταξε κι αυτή.
Μέσα σε νυσταγμένο, τρομαγμένο παραλήρημα αγνώριστος της φώναξε "Θα πέσεις!".
Την τράβηξε με δύναμη για να σηκωθεί και πάνω μαζί του να ανεβεί.
Σαστισμένη προσπάθησε να του εξηγήσει πως η ίδια είχε σταματήσει
μήπως κι ενοχληθεί, εκείνος πως δεν έφταιγε, να μην ανησυχεί.
Κατάλαβε πως δεν θα καταλάβαινε.
"Ηρέμησε.." του είπε απλά, ήσυχη, απαλά με τρόπο που πίστευε θα νιώσει κι ας μην αντιληφθεί.
Αμέσως κοιμήθηκε εκείνος πάλι. Ακούμπησε το κεφάλι της στο ίδιο μαξιλάρι.
Με το χέρι της του άγγιξε το στήθος, την καρδιά, ελπίζει την ψυχή.
Ποιος ξέρει αν τον έκανε να την ονειρευτεί.
Εκείνη ονειρευόταν ξυπνητή.
Κοιμήθηκαν μαζί.
Έφυγε νωρίς μόλις τον ξύπνησε το επόμενο πρωί.
Όταν την ξαναβρήκε, χωρίς εκείνη κάτι να του πει,
 επέμενε πως δεν μπορούσε τίποτα να θυμηθεί,
 ρωτούσε και την έβαζε να του τα διηγηθεί.
"Δεν έγινε και τίποτα. Κοιμήθηκες."  
Τίποτα τόσο όμορφο. Νύχτα ξεχωριστή.
Δεν ήθελε και ούτε περίμενε ποτέ εκείνη κάτι άλλο να συμβεί.
Στεριά και θάλασσα σε μια νύχτα να ενωθεί δεν μπορεί.
Ο αφρός να χαϊδεύει την ακτή.
Το κύμα να σπάει στο βράχο.
Το νερό να αγκαλιάζει το νησί.
Να φτιάχνονται κάστρα στην άμμο.
Το καλοκαίρι. Μπορεί.