Όνειρα Στιγμές Αναμνήσεις Φόβοι Επιθυμίες Ρήσεις Ερωτήσεις Ίχνη Ήταν Ζωές Ώρες Ημέρες
Έμπνευση...
Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023
Μικρή μου πριγκίπισσα
Τρίτη 3 Αυγούστου 2021
Ίκαρος
Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021
Γυναίκες (όμορφες)
Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021
Πανδώρα
Η Πανδώρα άνοιξε το κουτί.
Γιατί έπρεπε να ξέρει - κι αυτή.
Δεν μπορούσε μόνο να ακούει, να βλέπει, να ζηλεύει.
Να ανυπομονεί
και να της λένε πως είναι νωρίς,
πως έχει χρόνο να πληγωθεί.
Φαίνεται ωραίο το κουτί.
Ένιωθε πως υστερεί.
Όταν το άνοιξε,
στην αρχή,
ένιωσε ηρεμία,
μια σιγή,
μια ανακούφιση,
ένα τίποτα.
Αόρατα τα δεινά
που ξεχύθηκαν στον κόσμο της.
Δηλητηριώδη αέρια,
στα χαμηλά,
που δρουν αργά,
μέχρι να πάρουν φωτιά,
να την πνίξουν οι καπνοί,
η ασφυξία ξαφνική,
μόνιμο βάρος στα πνευμόνια μετά.
Κάτι έσπασε,
κάτι ράγισε μέσα της.
Οι ήχοι δεν ακούστηκαν.
Η μόνωση έγινε περηφάνεια.
Ξέχασε πως δεν ήταν έτσι από πάντα.
Πείστηκε
πως ο κόσμος δεν υπήρξε ποτέ
όπως τον νόμισε.
Ο,τι ονειρευόταν δεν υπάρχει.
Υπάρχει μόνο ο,τι δεν έβλεπε.
Μια ελπίδα μικρή
πιστεύει πως κάπου υπάρχει.
Κάπου κρύβεται
και δεν την βλέπει.
Κάπου την περιμένει.
Κάπου αλλού.
Αμφισβητεί αν είναι αρκετή.
Κάτι μικρό και φωτεινό.
Σημαντικό, μα όχι πολύ.
Κάτι σαν τις φωνές που της μιλούν το βράδυ.
Αυτές που ακόμα δεν την έχουν αγκαλιάσει.
Από αυτές που περιμένει μια λύση.
Ή, πια λιγότερο αισιόδοξη,
μια σπιθαμή σε αυτή τη γη,
να ξαποσταίνει και να παίρνει δύναμη.
Ή, πιο ολιγαρκής ακόμα,
να ανταλλάζει ενέργεια
αντί να δίνει μόνο ή να ζητά.
Τι τα 'θελε η Πανδώρα
να μπλέκει με εφιάλτες κι όνειρα;
Να μη μπορεί να τα ξεχωρίσει.
Να νομίζει πως είναι σταθερά.
Με σχέσεις σχετικές
κι ανθρώπους σύννεφα που γίνονται σκιές.
Να αναρωτιέται για πάντα
για κάθε φορά
αν είναι ο θύτης ή το θύμα.
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020
Θυμάμαι και αγαπώ..
Δευτέρα 25 Μαΐου 2020
Αρκετή
Σάββατο 9 Μαΐου 2020
Το περιστέρι και το φεγγάρι
Το περιστέρι κοίταζε το φεγγάρι λαμπερό
και ήθελε να πάει σε αυτό.
Ρώτησε μια κουκουβάγια λοιπόν,
που γνώριζε τα μυστικά των μαγισσών,
κι αυτή του είπε πως αν απλώνε τα λευκά φτερά του
κάθετα στο δρόμο του φεγγαριού
σε μια γραμμή
και προσπαθούσε έτσι να πετάξει,
το ίδιο το φως του θα το τραβούσε εκεί.
Περιμένοντας μια νύχτα με πανσέληνο,
το περιστέρι είδε σε ένα πολύ ζωντανό όνειρο
πως είχε φτάσει ήδη στο φεγγάρι.
Για μια στιγμή το ένιωσε αρκετό αυτό.
Αρκεί να μπορούσε να ξανακοιμηθεί,
να κοιμάται για πάντα,
κι έτσι θα ήταν ευτυχισμένο.
Όμως άκουσε μια φωνή να το αμφισβητεί:
Τέτοια είναι η αγάπη σου;
Τόση είναι η δύναμη σου;
Αυτό ήταν;
Όχι, δεν είναι έτσι.
Το περιστέρι πέταξε πολύ,
Όμως εκεί το κυρίευσε απογοήτευση.
Το φεγγάρι ήταν ξερό, ήταν παγωμένο κι έρημο.
Ένιωσε μοναξιά.
Του έλειπαν όσοι είχε αφήσει πίσω,
μια αγκαλιά, μια φωλιά,
κάποιος να το ακούσει,
κάποιος να του μιλήσει.
Πώς θα μπορούσε εκεί να ζήσει;
Θέλησε να γυρίσει.
Το φεγγάρι είναι στόχος.
Το φεγγάρι δεν είναι άνθρωπος.
Αλλά κι οι άνθρωποι είναι στόχοι.
Κι αν τους κατακτήσεις;
Θα φύγεις ή θα μείνεις;
Κι αν το θελήσεις,
θα καταφέρεις να τους κρατήσεις;
Τι θα κτίσεις;
Τι είσαι διατεθειμένος για αυτούς να αφήσεις;
Ο άνθρωπος πάτησε (σ)το φεγγάρι.
Κι έπειτα μόνο αποτυπώματα και μια σημαία.
Εγωισμός που κρύβεται στα όνειρα!
Και γιατί όχι;
Τα όνειρά μας μας ανήκουν.
Ή μήπως όχι;
Μήπως ανήκουμε εμείς στα όνειρά μας;
για άλματα και για βουτιές
Τρίτη 5 Μαΐου 2020
Κλεμμένα και χρωστούμενα (της στιγμής)
Παρασκευή 24 Απριλίου 2020
Μορφές
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019
Δι-αίσθηση
ανακαλύπτω μια ομορφιά σου διαφορετική.
Θα στο εκφράσω,
μα πάντα λιγότερο από όσο το ζω.
Δεν είναι η τελειότητα
που μας ενώνει μα η ιδιαιτερότητα.
Θέλω και μπορώ
να σε αγκαλιάζω συχνά με κάθε τρόπο.
Να είμαι κοντά σου
όπως ένιωσα πως είμαι από την αρχή.
Να σε μάθω καλύτερα
αφού σε ξέρω από την πρώτη στιγμή.
Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί,
δεν μπορώ να ορίσω με ποιο τρόπο.
Δεν θα είχα τι να πω σε όσους μας βλέπουν
αν ρωτήσουν.
Αλλά δεν ρωτάνε.
Ας υποθέσουν.
Δεν ρωτάω και δεν υποθέτω.
Όσο είμαστε μαζί μου φτάνει αυτό.
Μου φτάνει και θέλω κι άλλο.
Είναι παράξενο, αν το σκεφτώ.
Όμως δε φταίω, και δεν φταις.
Το νιώθουμε κι οι δυο.
Το ξέρουμε κι οι δυο.
Γιατί κολλήσαμε έτσι εύκολα,
έτσι φυσικά.
Α' πληθυντικό,
ούτε μου κόλλησες,
ούτε σου κόλλησα εγώ.
Δεν υπάρχει ενόχληση
που μπορεί να φοβηθούμε,
υπάρχει η ανάγκη
που δε μπορούμε να υπερβούμε.
Αγάπη, τρυφερότητα, εμπιστοσύνη, επικοινωνία,
σε συνεχή, χωρίς λογαριασμό, συναλλαγή,
σε σύνδεση, αναιτιολόγητη, αχόρταγη.
Τα βλέμματα, τα χαμόγελα, τα άγγιγματα
γνώριμα, φυσικά, καθησυχαστικά, απαραίτητα.
Σε ψάχνω και με ψάχνεις.
Σε βρίσκω και με βρίσκεις.
Έρχομαι εκεί, έρχεσαι εδώ.
Σε περιμένω, με περιμένεις.
Μέχρι να ενωθούμε ξανά
με συντονισμένη ενέργεια.
Πριν νιώσω πως σε έχω
δεν φοβόμουν να σε χάσω.
Πριν νιώσω πως με συμπληρώνεις
δεν φοβόμουν πως κάτι θα μου πάρεις.
Μέχρι τώρα,
σε διαφορετικά που ένιωσα ίδια,
υποψιαζόμουν να του δώσω όνομα.
Μα τώρα δεν μπορώ.
Γιατί αν τολμήσω,
θα αλλάξω.
Και πιθανο-λογικά
κάτι περισσότερο δεν θα αποχτήσω,
μόνο θα χάσεις και θα (σε) χάσω.
Έχει αξία πολυτιμότερη,
και το 'χω πλέον καταλάβει,
να μην θυσιάζω ανθρώπους,
για να ζήσω εμπειρίες συμβατικές,
όταν συνδεόμαστε με ανεξήγητους τρόπους
και μοιραζόμαστε συμπαντικές στιγμές.
Σε θέλω-και σε έχω.
Δεν ξέρω πώς.
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019
Κάποιος κάποτε
Πέμπτη 30 Μαΐου 2019
Αισθήσεις της αγάπης
Όχι λιγουριάρικη.
Κάθε μπουκιά της σε χορταίνει, σε ικανοποιεί
αλλά πάντα μπορείς και θέλεις κι άλλη μια.
Η αγάπη έχει αφή απαλή.
Σαν χάδι, σαν αγκαλιά, σαν ύφασμα που σε τυλίγει.
Ορίζει την ύπαρξή σου
μέσα από την επαφή σου με κάποιον άλλο, με τον κόσμο.
Η αγάπη έχει θερμοκρασία ευχάριστη.
Σε ζεσταίνει στο κρύο,
σε δροσίζει στη ζέστη.
Σαν νερό που λούζεσαι μ' αυτό.
Η αγάπη έχει τον ήχο μιας φωνής.
Που νανουρίζει και που καλημερίζει.
Που λέει "Καλωσήρθες" και "Να προσέχεις".
Που λέει το όνομά σου, αλλιώς.
Η αγάπη έχει άρωμα προσωπικό
και ταυτόχρονα απροσδιόριστο.
Της μνήμης και της στιγμής.
Της στιγμής που γίνεται μνήμη.
Μιας επιδερμίδας, φρεσκοπλυμένης ή ιδρωμένης.
Ενός τόπου, ενός φαγητού, ενός δώρου,
Η αγάπη δεν έχει μορφή.
Παίρνει τα πρόσωπα ανθρώπων και στιγμών.
Μα είναι κάτι πάνω από αυτά.
Μια αίσθηση ή ένα συν-αίσθημα μάλλον
που διαρρέει τους ανθρώπους και τις στιγμές.
Η αγάπη είναι φως λευκό.
Ούτε ψυχρό, ούτε θερμό.
Δεν είναι της ανάκρισης.
Δεν είναι του προβολέα.
Είναι το φως ενός παραδείσου,
που ούτε άφησες, ούτε θα φτάσεις.
Ενός παραδείσου που απλά υπάρχει,
και βλέπουν πότε ανοιχτά, πότε κλειστά τα μάτια σου.
Η αγάπη είναι κάτι που σε γεμίζει, σε συνδέει και σε ηρεμεί.
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019
Ενώ κοιμόμουν
γιατί δεν το έχω ξαναζήσει.
Παρασκευή 27 Απριλίου 2018
Γράμμα
Ένα κομμάτι που ταξιδεύει στο χώρο
και αντέχει στο χρόνο.
Όχι απλά ένα κομμάτι χαρτί.
Ένα κομμάτι από εαυτό, από ψυχή, από ζωή.
Μεταφέρει το χρόνο στο χώρο.
Μία στιγμή.
Κουβαλάει λέξεις, συναισθήματα,
εμπειρίες, όνειρα.
Είναι εκεί.
Στης καρδιάς τη φωτιά,
στων ματιών τη βροχή.
στην Α
την Μ και τον Α
& σε όλους όσους δεν τα έστειλα ποτέ
εμπειρίες, όνειρα.
στων ματιών τη βροχή.
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016
Στο στήθος
Βρίσκει το μωρό τροφή - και ας πονά η μαμά καμιά φορά.
Βρίσκει το παιδί παρηγοριά, ο άνθρωπος σε κάθε ηλικία.
Βρίσκει αλλά και δίνει ο άντρας ηδονή.
Γάλα, δάκρυ, σάλιο είναι ποτισμένο.
Η γυναίκα το προσφέρει σαν δώρο πρόθυμη
και σαν καταφύγιο σε όποιον χρειαστεί.
Παίρνει ευχαρίστηση με το να δίνει ζωή.
γίνεται ένα με το δικό της πνεύμονα.
Ένα αυλάκι είναι που, με ο, τι κανείς του σπείρει,
"Επιστήθιος" κι "αποστήθιση" δείχνουν την ένωση.
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016
Αγάπη στην πράξη
Άλλο όμως είναι να έχεις ένα μες στα δικά σου χέρια.
Ξέρεις πως κάποιος είναι όμορφος.
Άλλο όμως να περιποιείται για σένα,
κι άλλη ομορφιά όταν σου χαμογελάει Καλημέρα.
Ξέρεις πως κάποιος έχει καλή καρδιά.
Άλλο όμως να χαρίζει από αυτή κομμάτια,
να δίνει τα πάντα, με μόνο αντάλλαγμα των άλλων την χαρά.
Ξέρεις πως κάποιος σε νοιάζεται και σε αγαπάει.
Άλλο όμως είναι να σε φροντίζει όταν δεν μπορείς εσύ,
να σε σκεπάζει και να σε παίρνει αγκαλιά για να σε κοιμίσει.
Ξέρεις πως κάποιος σε επιθυμεί.
Άλλο όμως είναι να τον βλέπεις να σε κοιτάζει,
να τον ακούς να σε θαυμάζει και με το φιλί να θέλει να σε καταπιεί.
Ξέρεις πως είναι για εσένα ευτυχία και τύχη.
Πώς να το εκφράσεις όμως χωρίς υπερβολή αλλά και να αρκεί;
Φλερτάρεις με τον Έρωτα
και δεν ξέρεις τι φοβάσαι πιο πολύ,
να σε απορρίψει ή να σε αποδεχθεί.
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016
Αποχρώσεις αγάπης
κατευθείαν στην ψυχή,
ή ίσως τους έβγαλε από εκεί.
Τραγουδάω για τα όνειρα μου
που κρατάνε τον ουρανό.
Τα όνειρα μου και τα όνειρα σου
γεννάνε το αύριο.
Μας πάνε μπροστά,
μας πάνε ψηλά.
Από το παράθυρο της καρδίας μου
σαν πουλί η αγάπη πετά.
Ψάχνει για να βρει τη φωλιά του,
που είναι στη δική σου καρδιά.
Όσα έδεναν τα φτερά μου,
κι έμενα κάτω γι' αυτά,
δεν με κρατάνε πια.
Φτάνω όπου με οδηγάει το φως της ματιάς σου.
Κανένα εμπόδιο μπροστά.
Φτάνω όπου φυσά η πνοή σου, σιγά, απαλά.
Παίρνω δύναμη από τα φιλιά.
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016
"Μάζες θερμών αερίων"
Ήταν μια μάγισσα.
Ντυμένη με όλα τα χρώματα της νύχτας,
στολισμένη με μυστήρια, φορτωμένη με μυστικά.
Με βλέμμα αθώο, μες στο χαμόγελό της όμως πονηριά.
Δεν ήξερε, δεν ένιωθε αν είχε σώμα.
Έμοιαζε σαν σκιά που τριγυρνά διακριτικά.
Σαν κρύα πνοή αέρα που σε ανατριχιάζει ξαφνικά.
Σαν σκέψη που μια σε χαϊδεύει και μια σε στοιχειώνει.
Περπατούσε στο δάσος ξυπόλυτη και μόνη.
Πίστευε, χωρίς να το δείχνει, πως είναι δυνατή.
Ο,τι φοβόταν λέει νόμιζε το είχε ήδη δει.
Ο,τι ήταν να έρθει δεν την είχε βρει.
Ήταν ένας ιππότης.
Είχε κρύψει σε μια μεγάλη, βαριά και σκληρή πανοπλία
την εύθραυστη καρδιά του, την τρυφερότητα και την ευαισθησία.
Σε μάχες επικίνδυνες έτρεχε πρώτος κι ήταν συχνά ο ίδιος ο φόβος.
Γινόταν σκληρός για να υπερασπιστεί αυτά που θεωρούσε άξια
και πολεμούσε σε όλους ενάντια, ανθρώπους και τέρατα.
Έμοιαζε άγριος γιατί ήθελε να είναι προστατευμένος.
Είχε μεγάλη δύναμη σωματική, μα και εσωτερική.
Δεν άφηνε να φανεί, αλλά στη ματιά ήταν παιδί.
Ο,τι άσχημα είχε δει, όσα κακά τον είχαν βρει
σκεφτόταν ανεξέλεγκτα σε ανύποπτη στιγμή.
Γέμιζε τότε η πανοπλία και τον έπνιγε,
αλλά και πιο πολύ την ήθελε.
Το έκανε η μοίρα να συναντηθεί η μάγισσα με τον ιππότη.
Κάτι τους έφερε απότομα κοντά, κι ήταν σαν να γνωρίζονται από πάντα.
Αυτή ο άνεμος κι αυτός ο βράχος ήταν από τα ίδια υλικά.
Διείσδυσε αυτή μέσα από την πανοπλία του,
κατάφερε αυτός να την αρπάξει και να την κρατήσει,
τι έγινε πρώτα κανείς δεν ξέρει.
Βρέθηκαν μαζί ένα βράδυ φωτισμένο από το σκοτάδι
και με μουσική που συνέθετε η σιωπή.
Τυλίχθηκε πάνω του και ενώθηκε με το στόμα του.
Γεύτηκε κάθε ανάσα και αναστεναγμό του.
Έκλεψε μέσα από τα χείλη την ψυχή του.
Το σώμα της όμως δεσμεύτηκε από το σώμα του.
Ένιωθε το άγγιγμά του με κάθε αίσθηση, ακόμα κι αν αυτό είχε περάσει.
Δεν μπορούσε να φύγει μακριά του.
Αν απομακρυνόταν μια στιγμή ένιωθε την έλλειψη.
Το δέρμα της και όλη της η ύλη τον ζητούσε με μια απίστευτη δύναμη.
Κουλουριάστηκε στη γη κουρασμένη από όλο το βάρος να είναι υπαρκτή.
Εκείνος έκανε κάποια βήματα αδειασμένος και γεμάτος ταυτόχρονα.
Τον είδε να στέκεται με μάτια χαμένα και πόδια ελαφρά.
Έσκυψε και την σήκωσε στα χέρια.
Είχε βγάλει στην πλάτη φτερά.
Την πήρε μαζί του ψηλά, στα σύννεφα και στα αστέρια.
Λίγο πριν φτάσουν στο φεγγάρι, ήρθε η μέρα.
Όπως αυτό ξεθωριάζει, άρχισε η δική τους πτώση.
Πτώση καθολική μα ομαλή.
Προσγειώθηκαν απαλά στην Κόλαση.
Εκεί που τους ταιριάζει.
Ήταν οικεία.
Ήταν ωραία.
Και θαύμαζαν όλοι οι αμαρτωλοί στα χρονικά
τη μαγεία που ενώνει το φως με τη φωτιά.














