Νέα..παλιά
Στην ετικέτα "στίχοι μου" προσέθεσα (κάποια από τα) κείμενα που ως τώρα κρατούσα σε χωριστό τετράδιο προορισμένο για ατελή τραγούδια..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ένωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ένωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Σκισμένο Σώμα

Νομίζεις θα σε ξεχάσω;

Κομμάτια από το σώμα μου θα κόψω,

το δέρμα μου θα σκίσω για να αλλάξω.

Για να μη θυμάται πια

το δικό σου άγγιγμα.

Την αιώνια μοναξιά μου 

θα αντέξω να αγκαλιάσω.

Σαν να μην ένιωσα ποτέ το ρίγος 

Σαν να μην βούλιαξα στα χέρια σου

που πια δεν μπορώ να φτάσω.

Είναι βία 

το πάθος και η νοσταλγία.

Πάντα θα θυμάμαι 

και ίσως πονάω.

Μα δεν γυρνάω.

Τώρα πια το ξέρω 

πως δεν θα φύγεις και ας φύγω

πως δεν θα φύγω και ας έφυγες.

Ξέρω πια πως υπάρχεις 

και πως είναι δυνατό το αδύνατο.

Μα είναι αδύναμο 

να αντέξει στο χρόνο 

και να πιστέψει στην αλήθεια.

Το σώμα αυτό αφήνεται στο κρεβάτι 

και παριστάνει πως μόνο του, 

ολόκληρο, μπορεί να υπάρχει.

Πιστεύω πως θα ξανα-βρεί το πάθος,

την αγάπη και την τρυφερότητα.

Το σώμα αυτό σε χίλια κομμάτια 

κανένα από τα οποία δεν είναι μόνο.

Είναι όλα δικά μου,

όσα χέρια κι αν τα άγγιξαν.

Δεν θα σκίσω το σώμα

όπως σκίζεται η καρδιά μου.

Θα εξασκήσω το σώμα

να έχει μέρος στη χαρά μου.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2022

Μείνε

Μείνε κοντά μου

Μείνε δίπλα μου

Μείνε μέσα μου

Στο μυαλό και στην καρδιά

και στο κορμί μου μείνε μέσα

να γίνουμε ένα

να διαλυθεί η μοναξιά 

Μείνε για μένα 

Μείνε εσύ

Μείνε η αλήθεια 

Μείνε η αγάπη

Μείνε το συναίσθημα 

που αγαπά η λογική

γιατί να το νικήσει 

δεν θέλει, ούτε μπορεί

Μείνε και πες μου ναι 

Μείνε για λίγο ακόμα 

Μείνε για παραπάνω 

Μείνε για πολύ 

Μείνε για αυτό το βράδυ

Μείνε για μια ζωή

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

το Πάθος

Το πάθος 

δεν το αντέχει η καρδιά μου. 


Αν δεν είναι όνειρο ή ανάμνηση

δεν είναι για πολύ.


Δεν το αποφεύγει. 

Απλά το ζει και φεύγει. 

Το ζει με το ζόρι. 

Γιατί δεν μπορεί να του ξεφύγει 

όσο κι αν το φοβηθεί. 


Το πάθος 

δεν το χωράει το μυαλό μου.


Άλλη μια λέξη 

στην λίστα των συναισθημάτων που έχω μάθει. 

Άλλη μια - ή παραπάνω - εικόνα 

στη συλλογή των εμπειριών μου με τα χρόνια.


Δεν είναι αυτά το πάθος.

Το πάθος είναι χάος. 


Μια μαύρη τρύπα

στο χρόνο, στη μνήμη, στην ψυχή. 

Μια έκρηξη από φως. 

Σε καταπίνει. 

Κι αν νομίζεις πως κατάφερες να βγεις από εκεί,  

μάλλον αυτή έχει μέσα σου μεταφερθεί. 


Κάθε φορά που γκρεμίζεται το φεγγάρι

θα ζητάω συγγνώμη χωρίς να ξέρω από ποιον.

Κάθε φορά που μου μιλάει ένα τραγούδι 

δεν θέλω να με ακούσω να το τραγουδώ.

Και όταν γράφω 

μάταια ελπίζω πως θα γλιτώσω 

από όσα δεν μπορώ να εξηγήσω.


Το πάθος είναι δαίμονας που δεν μπορώ να ξορκίσω,

ευχή που δεν μπορώ να μετανιώσω 

μα δε θέλω να πληρώσω.


Το πάθος δεν είναι κάποιος. 




Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Πανδώρα

Η Πανδώρα άνοιξε το κουτί.

Γιατί έπρεπε να ξέρει - κι αυτή.

Δεν μπορούσε μόνο να ακούει, να βλέπει, να ζηλεύει.

Να ανυπομονεί

και να της λένε πως είναι νωρίς,

πως έχει χρόνο να πληγωθεί.

Φαίνεται ωραίο το κουτί.

Ένιωθε πως υστερεί.

Όταν το άνοιξε,

στην αρχή,

ένιωσε ηρεμία,

μια σιγή,

μια ανακούφιση,

ένα τίποτα.

Αόρατα τα δεινά 

που ξεχύθηκαν στον κόσμο της.

Δηλητηριώδη αέρια,

στα χαμηλά,

που δρουν αργά,

μέχρι να πάρουν φωτιά,

να την πνίξουν οι καπνοί,

η ασφυξία ξαφνική,

μόνιμο βάρος στα πνευμόνια μετά.

Κάτι έσπασε,

κάτι ράγισε μέσα της.

Οι ήχοι δεν ακούστηκαν.

Η μόνωση έγινε περηφάνεια.

Ξέχασε πως δεν ήταν έτσι από πάντα. 

Πείστηκε 

πως ο κόσμος δεν υπήρξε ποτέ

όπως τον νόμισε.

Ο,τι ονειρευόταν δεν υπάρχει.

Υπάρχει μόνο ο,τι δεν έβλεπε.

Μια ελπίδα μικρή

πιστεύει πως κάπου υπάρχει.

Κάπου κρύβεται

και δεν την βλέπει.

Κάπου την περιμένει.

Κάπου αλλού.

Αμφισβητεί αν είναι αρκετή.

Κάτι μικρό και φωτεινό.

Σημαντικό, μα όχι πολύ. 

Κάτι σαν τις φωνές που της μιλούν το βράδυ. 

Αυτές που ακόμα δεν την έχουν αγκαλιάσει.

Από αυτές που περιμένει μια λύση.

Ή, πια λιγότερο αισιόδοξη, 

μια σπιθαμή σε αυτή τη γη,

να ξαποσταίνει και να παίρνει δύναμη.

Ή, πιο ολιγαρκής ακόμα,

να ανταλλάζει ενέργεια

αντί να δίνει μόνο ή να ζητά.

Τι τα 'θελε η Πανδώρα

να μπλέκει με εφιάλτες κι όνειρα;

Να μη μπορεί να τα ξεχωρίσει.

Να νομίζει πως είναι σταθερά.

Με σχέσεις σχετικές

κι ανθρώπους σύννεφα που γίνονται σκιές. 

Να αναρωτιέται για πάντα

για κάθε φορά

αν είναι ο θύτης ή το θύμα. 



Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

Το ένα


Ακούμπησε την μοναξιά της πάνω του.

Το κορμί της πάνω στο δικό του. 

Και το αντίστροφο.


Η προσφορά 

ήταν για μια αγκαλιά. 

Τίποτα άλλο. 


Δεν άναψε καμία φωτιά. 

Κάνενα φιλί 

δεν έμεινε στα χείλη. 

Καμία στιγμή 

δεν έμεινε στο χρόνο. 


Ήταν κακό.

Μα ήταν καλός.

Δε έφταιγε αυτός. 


Chris Peters; Love Eternal, oil on linen over panel, 24x18in


Καημένοι άνθρωποι. 

Δε ξέρουν να δίνουν. 

Δημιουργούν ανάγκες

που αντί να τις καλύψουν 

καλύπτονται από αυτές. 


Είμαστε εγωιστές. 

Ζητάμε και δε ζητάμε. 

Μισούμε και αγαπάμε. 

Μα όλα έχουν να κάνουν με εμάς. 

Την ανωτερότητά μας. 

Περιμένουμε παράσημα 

ζώντας ασήμαντα. 


Και τελικά

μερικοί 

είναι ονόματα 

που γίνονται αριθμοί. 


Μα πάντα το ένα 

θα βουλιάζει 

στη δίνη του μυαλού το βράδυ. 



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Μη ποίημα των πεπραγμένων

Δεν θα σου γράψω ποιήματα.
Δεν θα έχεις συνθηματικό.
Δεν θα έχεις καν όνομα.
Ούτε σε ξέρω,
ούτε με ξέρεις.
Ούτε θα σ' έχω,
ούτε θα μ' έχεις.
Όμως σε καταλαβαίνω
και με καταλαβαίνεις,
τόσο πολύ και τόσο λίγο
για να σε θέλω και να με θέλεις.
Επιτυχία μεγαλύτερη απ' την τύχη. 
Χωρίς ποίηση.
Χωρίς προσποίηση.
Με και χωρίς λογική.
Με και χωρίς συναισθήματα.
Με ειλικρίνεια.
Με μια αλήθεια κρυφή
που είναι πιο αληθινή.
Πράγματα απλά,
πλεγμένα πυκνά. 
Οι στιγμές και τα σώματα. 
Τα λόγια χωρίς ονόματα.
Τα παιχνίδια των μυαλών.
Οι συμφωνίες των χειλιών.
Των δαχτύλων οι διαδρομές.
Οι μάχες που έχουν μόνο νικητές.
Τα τέλεια ανύπαρκτα. 
Τα πάντα στο τίποτα. 
Χωρίς δεν και χωρίς θα.
Δεν μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω.
Δίνω ο,τι θέλω να πάρω. 
Τα θέλω όλα.
Και το κάνεις καλά.
Η πρώτη κι η τελευταία
είναι η κάθε φορά.



Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Τέσσερεις παρά

 

*Κάποια νύχτα, με άγνωστη ημερομηνία, αυτή τη χρονιά, η ώρα "4 παρά":


Απόψε χρησιμοποιώ την ελευθερία μου στο κλάμα αντί στον _

Ελευθερία από τους γείτονες, τους γονείς και τους φίλους, 

που ανησυχώ μην ανησυχήσουν

χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν. 

(Το μαξιλάρι "σου" δεν έχει τη μυρωδιά σου πια.

Από τα τόσα καλοκαιρινά βράδια 

που το πήρα γυμνή στην αγκαλιά μου

έχει την δικιά μου.

Αλλά στο σεντόνι παρατηρώ μόλις πως παραμένει ακόμα,

ξινίλα, όχι κολώνια.)

Κλαίω και φωνάζω

-ουρλιάζω τόσο που έφτιαξα τσάι μετά-

γιατί νιώθω κενή, άδεια

ή θέλω μάλλον να σε αδειάσω από μέσα μου,

αφού δεν (θα) σε έχω δίπλα μου.

Νιώθω μούδιασμα στην πλάτη μου.

Θα 'ναι επειδή πονάει η καρδιά μου

ή ίσως επειδή έκοψες τα φτερά μου.

Ζαλίζομαι, πνίγομαι, θα λιποθυμήσω

σχεδόν όπως όταν έρχομαι σε -πραγματικό- οργασμό.

Νιώθω πως πεθαίνω.

Μα για να  το μοιραστώ με κάποιον πρέπει

να του εξηγήσω τι έχω ζήσει. 

Κανείς δεν ξέρει να αγκαλιάζει.

Ίσως ούτε εσύ ήξερες,

αλλά σε έμαθα.

Θα το χρησιμοποιήσεις στην επόμενη,

ή ελπίζεις να μην θέλει;

Με κοιτάζω στον καθρεύτη.

Δεν είμαι άσχημη

όπως δείχνει η κοκκινισμένη μύτη και τα σπυριά μου.

Είμαι φοβισμένη όπως λένε τα μάτια μου. 

Φοβάμαι τη γνώριμη μοναξιά μου. 

Ίσως η μοναξιά μου να μου 'χει θυμώσει

που νόμιζα πως την έδιωξες εσύ,

την έδιωξε η ευτυχία μου.

Ή ίσως να με λυπάται.

Εξάλλου είναι αυτή 

που ξέρει καλύτερα την αλήθεια μου.

Όπως κι η μοναξιά σου,

που ποτέ δεν άφησες να φύγει,

ποτέ δεν μ' άφησες να διώξω,

ξέρει τη δικιά σου.

Το πρωί μάλλον πάλι

θα ξυπνήσω αγχωμένη

γιατί θα σου έχω μιλήσει

στον ύπνο, στα όνειρά μου.

Θα πρέπει να το συνηθίσω,

μου φτάνει δε μου φτάνει.

Εκεί κι εσύ,

όπως τόσοι άλλοι.

Κι ας ήσουν εσύ

άλλο κάτι.

Μα αν δεν αλλάξω εγώ,

τίποτα δεν θα αλλάξει. 

Να δω 

πώς θα με σώσω 

από τα νυχτερινά κλάματα.

Πώς θα τα βρω μ' εμένα.

Να μη χρειάζομαι κανένα. 

Μόνο, αν θέλω, να θέλω.


Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Φιλί σαν πρώτη ζωή

Πού, πόσο και γιατί
κρατούσες φυλαγμένο αυτό το φιλί;

Μπορείς να με φιλάς
και αλλάζεις το ρυθμό της καρδιάς.

Δεν κόβεται η αναπνοή,
έχει μια αίσθηση πρωτόγνωρη,
βαθιά και βαριά,
ίσως ίδια όταν παιδί βγήκα απ' τη μήτρα.

Σαν να έχουν μεγαλώσει τα χείλια,
πιο ευαίσθητα, νιώθουν τα πάντα,
και δημιουργούνται περισσότερα σημεία
που περιμένουν να αγγίξουν τα δικά σου ξανά.

Ενεργοποιημένoi όλοι οι νευρώνες μου
δικαιολογούν την ύπαρξη τους,
την ύπαρξή του σώματος,
την ύπαρξή μου.

Σε μούδιασμα και σε εγρήγορση,
είμαι πλήρης και νιώθω έλλειψη.

Θέλω να κολλήσω πάνω σου,
κομμάτι των κυττάρων σου,
στο δέρμα, στο κορμί
και να μείνω εκεί.

Μα εσύ που μ' αγαπάς,
επιμένεις να με γεννάς.


Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Ανατολίτικη "Bed-time story"


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα της ανατολής υπήρχε ένας νεαρός, γοητευτικός σουλτάνος.
Με κορμί ψηλό και γεροδεμένο σαν βράχο και με λαιμό του έμοιαζε με κορμό από δυνατό δέντρο. Τα πυκνά μαύρα μούσια του ήταν σαν από γυαλισμένο έβενο, τα χείλη του ανάμεσα παρέπεμπαν σε ζουμερούς χουρμάδες ενώ τα μάτια του έλαμπαν περισσότερο από τα πολύτιμα πετράδια των ρούχων του.

Ιδιαίτερα όμορφο ήταν και το χαρέμι του, τόσο στο χώρο όσο και τις χορεύτριες του.
Οι τοίχοι του ήταν ανοιχτοί γαλάζιοι και πορτοκαλί με περίτεχνες μπορντούρες στολισμένοι ενώ πλημμύριζε φως από επιβλητικά μακρόστενα παράθυρα. Στο πάτωμα είχε στρωμένα χαλιά και μαξιλάρια ποικίλων χρωμάτων, μεγεθών και σχημάτων. Κοπέλες, η κάθε μια με τα δικά της χαρίσματα και χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ομορφιά, ντυμένες με αραχνοΰφαντα ρούχα που στόλιζαν χρυσά κεντήματα, περνούσαν τον καιρό τους, όλη τους τη ζωή, σε αυτή την παραδείσια φυλακή. 

Κάθε φορά που έμπαινε στο χαρέμι ο σουλτάνος οι γυναίκες του μαζεύονταν γύρω του και τύλιγαν ακούραστα κι αχόρταγα με χάδια το κορμί του, τα πόδια του, το στέρνο, τα χέρια, το κεφάλι του. Εκείνος τις έδιωχνε σιγά σιγά και κρατούσε μόνο μια. Είχε την αγαπημένη του. Δεν είχε κάτι παραπάνω από τις άλλες, αλλά ήταν κάτι παραπάνω για εκείνον. Μόνο στα δικά της χέρια και με τα δικά της λόγια μπορούσε να ηρεμεί, να ζωντανεύει, να σκέφτεται και να αισθάνεται πραγματικά. Γίνονταν ένα. 

Όμως με αυτή του την προτίμηση και στάση εξοργίστηκαν πολλοί: οι άλλες κοπέλες, οι ακόλουθοι, οι άρχοντες και τέλος οι θεοί. Δεν επιτρέπεται ένας σουλτάνος να αγαπάει, να ερωτευτεί, να ταυτιστεί με μια γυναίκα, αυτός που έχει την εξουσία, στα χέρια -ή στις πλάτες του μάλλον- ένα λαό. Έτσι για να τον τιμωρήσουν τον εξαφάνισαν, τον έκαναν αέρα, καπνό. 

Η αγαπημένη του, αφού τον έχασε, κουλουριάστηκε σε μια γωνία του χαρεμιού, εκεί που συνήθιζε να ξαπλώνει μαζί του. Δεν έτρωγε, δεν έπινε και όλο έκλαιγε. Από την εξάντληση μίκραινε στιγμή τη στιγμή, ώσπου έφτασε να μεταμορφωθεί σε ένα μικρό κόκκο από άμμο. 

Τότε εμφανίστηκε ένας άνεμος δυνατός που έσπασε το παράθυρο. Ζεστός και γνώριμος, σήκωσε και πήρε μαζί του τον κόκκο της άμμου. Αγκαλιά πλέον μπορούσαν να γυρίζουν ελεύθεροι στον κόσμο. 

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Στο στήθος

Στήθος γυναικείο.. Σε αυτό..
Βρίσκει το μωρό τροφή - και ας πονά η μαμά καμιά φορά.
Βρίσκει το παιδί παρηγοριά,  ο άνθρωπος σε κάθε ηλικία.
Βρίσκει αλλά και δίνει  ο άντρας ηδονή.
Γάλα, δάκρυ, σάλιο είναι ποτισμένο.
Η γυναίκα το προσφέρει σαν δώρο πρόθυμη
και σαν καταφύγιο σε όποιον χρειαστεί.
Παίρνει ευχαρίστηση με το να δίνει ζωή.

Βάζει στο στήθος της 
και βάζει στην καρδιά της.  

Κάθε που πέφτει πάνω του μια ανάσα
γίνεται ένα με το δικό της πνεύμονα.
Απορροφά μα και εκπέμπει κάθε συναίσθημα.
Ένα αυλάκι είναι που, με ο, τι κανείς  του σπείρει,
ανθίζει, ευωδιάζει και καρπίζει.
Όπως τα χέρια, έτσι έχουν προοριστεί και τα γυναικεία στήθη 
για να αγκαλιάζουν με στοργή μα και να αντέχουν βάρη.
Δεν είναι η μορφή του αλλά το ήθος που μετράει,
όσα το στήθος κουβαλάει.

"Επιστήθιος" κι "αποστήθιση" δείχνουν την ένωση.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

"Μάζες θερμών αερίων"

ή "Μια νυχτερινή ιστορία"

Ήταν μια μάγισσα.
Ντυμένη με όλα τα χρώματα της νύχτας,
στολισμένη με μυστήρια, φορτωμένη με μυστικά.
Με βλέμμα αθώο, μες στο χαμόγελό της όμως πονηριά.
Δεν ήξερε, δεν ένιωθε αν είχε σώμα.
Έμοιαζε σαν σκιά που τριγυρνά διακριτικά.
Σαν κρύα πνοή αέρα που σε ανατριχιάζει ξαφνικά.
Σαν σκέψη που μια σε χαϊδεύει και μια σε στοιχειώνει. 
Περπατούσε στο δάσος ξυπόλυτη και μόνη.
Πίστευε, χωρίς να το δείχνει, πως είναι δυνατή.
Ο,τι φοβόταν λέει νόμιζε το είχε ήδη δει.
Ο,τι ήταν να έρθει δεν την είχε βρει.

Ήταν ένας ιππότης.
Είχε κρύψει σε μια μεγάλη, βαριά και σκληρή πανοπλία
την εύθραυστη καρδιά του, την τρυφερότητα και την ευαισθησία.
Σε μάχες επικίνδυνες έτρεχε πρώτος κι ήταν συχνά ο ίδιος ο φόβος.
Γινόταν σκληρός για να υπερασπιστεί αυτά που θεωρούσε άξια
και πολεμούσε σε όλους ενάντια, ανθρώπους και τέρατα.
Έμοιαζε άγριος γιατί ήθελε να είναι προστατευμένος.
Είχε μεγάλη δύναμη σωματική, μα και εσωτερική.
Δεν άφηνε να φανεί, αλλά στη ματιά ήταν παιδί.
Ο,τι άσχημα είχε δει, όσα κακά τον είχαν βρει
σκεφτόταν ανεξέλεγκτα σε ανύποπτη στιγμή.
Γέμιζε τότε η πανοπλία και τον έπνιγε,
αλλά και πιο πολύ την ήθελε.

Το έκανε η μοίρα να συναντηθεί η μάγισσα με τον ιππότη.
Κάτι τους έφερε απότομα κοντά, κι ήταν σαν να γνωρίζονται από πάντα.
Αυτή ο άνεμος κι αυτός ο βράχος ήταν από τα ίδια υλικά.
Διείσδυσε αυτή μέσα από την  πανοπλία του,
κατάφερε αυτός να την αρπάξει και να την κρατήσει,
τι έγινε πρώτα κανείς δεν ξέρει.

 
Βρέθηκαν μαζί ένα βράδυ φωτισμένο από το σκοτάδι
και με μουσική που συνέθετε η σιωπή.
Τυλίχθηκε πάνω του και ενώθηκε με το στόμα του.
Γεύτηκε κάθε ανάσα και αναστεναγμό του.
Έκλεψε μέσα από τα χείλη την ψυχή του.
Το σώμα της όμως δεσμεύτηκε από το σώμα του.
Ένιωθε το άγγιγμά του με κάθε αίσθηση, ακόμα κι αν αυτό είχε περάσει.
Δεν μπορούσε να φύγει μακριά του.
Αν απομακρυνόταν μια στιγμή ένιωθε την έλλειψη.
Το δέρμα της και όλη της η ύλη τον ζητούσε με μια απίστευτη δύναμη.

Κουλουριάστηκε στη γη κουρασμένη από όλο το βάρος να είναι υπαρκτή.
Εκείνος έκανε κάποια βήματα αδειασμένος και γεμάτος ταυτόχρονα.
Τον είδε να στέκεται με μάτια χαμένα και πόδια ελαφρά.
Έσκυψε και την σήκωσε στα χέρια.
Είχε βγάλει στην πλάτη φτερά.
Την πήρε μαζί του ψηλά, στα σύννεφα και στα αστέρια.

Λίγο πριν φτάσουν στο φεγγάρι, ήρθε η μέρα. 
Όπως αυτό ξεθωριάζει, άρχισε η δική τους πτώση.
Πτώση καθολική μα ομαλή.

Προσγειώθηκαν απαλά στην Κόλαση.
Εκεί που τους ταιριάζει.
Ήταν οικεία.
Ήταν ωραία.
Και θαύμαζαν όλοι οι αμαρτωλοί στα χρονικά
τη μαγεία που ενώνει το φως με τη φωτιά.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Για να κοιμηθώ

Σιωπή.
Ακούγεται ο άνεμος έξω, 
η αναπνοή εδώ.

Σκιές,
κι όμως δεν με τρομάζουν,
στον τοίχο.

Παρατηρώ ξυπνητή
το όνειρό μου που έχει κοιμηθεί, 
μα εγώ δεν μπορώ
αν δεν το γευτώ.

 ....

Αεράκι φυσά απαλά
σε ένα λιβάδι με λεβάντα.
Χωμένο πρόσωπο στα λουλούδια.

Ηλιοκαμμένη γη που διψά
περισσότερο από νερό
για σταγόνες φιλιά.

Ένα βουνό
που σκαρφαλώνω αργά
με την αφή και τη μυρωδιά.
Αφήνοντας ίχνη μικρά
ξανά και ξανά
το τριγυρίζω.

Ποτάμι που τυλίγει
και μαζί του παρασύρει
 σε μια απέραντη θάλασσα
πέτρες, χώμα, κλαδιά
και μια βάρκα χωρίς κουπιά.