Νέα..παλιά
Στην ετικέτα "στίχοι μου" προσέθεσα (κάποια από τα) κείμενα που ως τώρα κρατούσα σε χωριστό τετράδιο προορισμένο για ατελή τραγούδια..
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεράιδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεράιδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

Μικρή μου πριγκίπισσα

Δε θα σου δώσω τις ευχές μου
για ένα προκαθορισμένο μέλλον.
Με τις λέξεις τις ποιητικές μου 
θα σου πω το πώς σε βλέπω.

Εύθραυστο λουλούδι 
με δυνατή ρίζα
Ανασφάλεια και πείσμα
Τρεμάμενη φωνή 
από σφιγμένα χείλια
Δάχτυλα λεπτά 
σε σκληρή γροθιά
Βλέμμα μελαγχολικό 
και χαμόγελο παιδικό

Δεν αποφάσισα να σε φωτογραφίσω.
Μα από τη μνήμη μου δεν θα σ' αφήσω.

Πέτα ώσπου να βρεις φωλιά,
στα καινούρια ή στα παλιά.
Ανάσανε!
Σαν εσένα, ναι,
δεν είναι καμιά.

Πέτα πουλί μου.
Μείνε η μικρή μου,
που, κόντρα στα ρεύματα,
φτιάχνει τον κοσμο ξανά,
στα μέτρα της,
της μεγάλης της καρδιάς.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Ενώ κοιμόμουν

Κείμενο για αυτό δεν έχω γράψει,
γιατί δεν το έχω ξαναζήσει.

Μια νεράιδα διέκοψε το λήθαργο της πραγματικότητάς μου.
Με πήρε από το χέρι βιαστικά,
αλλά κι ανάλαφρα.
Νόμιζα πως κινούνταν περίεργα
επειδή απλά εκείνη είναι νεράιδα.

Δεν φαντάστηκα στιγμή
τι ετοιμαζόταν να συμβεί.
Τι είχαν ετοιμάσει για 'μενα άλλοι που με βλέπουν ξεχωριστή.

Είχα σχεδόν ενοχληθεί.
Σκεφτόμουν "Πού με πάνε;"
Κι από μένα τι ζητάνε;

Ένα στρωμμένο μονοπάτι, νήμα, χαλί.
Για μένα; Γιατί;
Αφού έχω ξαναπάει εκεί που οδηγεί.
Ή μήπως όχι;

Είναι ένα δωμάτιο με κολώνες,
είναι μια πλατεία με αγάλματα,
είναι ένα δάσος γεμάτο δέντρα,
είναι ένας κήπος με λουλούδια,
που με κοιτάνε να τα κοιτάζω απορημένα.

Κάτι έχασα; Άργησα;
Τι να κάνω; Τι δεν έκανα;
Τι μου ζητάνε;

Κι όμως δεν θέλουν να ζητήσουν.
Θέλουν μόνο να μου δώσουν.

Αρχίζουν να μιλάνε σοβαρά.
Δεν τα καταλαβαίνω αρχικά.

Κάποιου εαυτού μου.
Δεν τα έκλεψαν,
τα δέχτηκαν.
Τα φιλοξενούν μέσα τους
και κάνουν τα στόματα
και τα σώματα
τους πομπούς.

Ακούγονται διαφορετικά.
Δεν είναι δικά μου πια,
δεν είναι δικά τους,
τα κάνουν δικά μας.

Μου χαμογελάνε
και δακρίζω.

Του ονείρου μου το υλικό
το πολλαπλασίασαν, το εμπλουτίσαν
κι ένα καινούργιο όνειρο για μένα δημιούργησαν.
Που το ζούμε όλοι μαζί.
Ξυπνητοί.

Και μου δείχνει πως ο, τι ο χρόνος παίρνει,
δεν χάνεται,  το μεταμορφώνει.




Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

"Μάζες θερμών αερίων"

ή "Μια νυχτερινή ιστορία"

Ήταν μια μάγισσα.
Ντυμένη με όλα τα χρώματα της νύχτας,
στολισμένη με μυστήρια, φορτωμένη με μυστικά.
Με βλέμμα αθώο, μες στο χαμόγελό της όμως πονηριά.
Δεν ήξερε, δεν ένιωθε αν είχε σώμα.
Έμοιαζε σαν σκιά που τριγυρνά διακριτικά.
Σαν κρύα πνοή αέρα που σε ανατριχιάζει ξαφνικά.
Σαν σκέψη που μια σε χαϊδεύει και μια σε στοιχειώνει. 
Περπατούσε στο δάσος ξυπόλυτη και μόνη.
Πίστευε, χωρίς να το δείχνει, πως είναι δυνατή.
Ο,τι φοβόταν λέει νόμιζε το είχε ήδη δει.
Ο,τι ήταν να έρθει δεν την είχε βρει.

Ήταν ένας ιππότης.
Είχε κρύψει σε μια μεγάλη, βαριά και σκληρή πανοπλία
την εύθραυστη καρδιά του, την τρυφερότητα και την ευαισθησία.
Σε μάχες επικίνδυνες έτρεχε πρώτος κι ήταν συχνά ο ίδιος ο φόβος.
Γινόταν σκληρός για να υπερασπιστεί αυτά που θεωρούσε άξια
και πολεμούσε σε όλους ενάντια, ανθρώπους και τέρατα.
Έμοιαζε άγριος γιατί ήθελε να είναι προστατευμένος.
Είχε μεγάλη δύναμη σωματική, μα και εσωτερική.
Δεν άφηνε να φανεί, αλλά στη ματιά ήταν παιδί.
Ο,τι άσχημα είχε δει, όσα κακά τον είχαν βρει
σκεφτόταν ανεξέλεγκτα σε ανύποπτη στιγμή.
Γέμιζε τότε η πανοπλία και τον έπνιγε,
αλλά και πιο πολύ την ήθελε.

Το έκανε η μοίρα να συναντηθεί η μάγισσα με τον ιππότη.
Κάτι τους έφερε απότομα κοντά, κι ήταν σαν να γνωρίζονται από πάντα.
Αυτή ο άνεμος κι αυτός ο βράχος ήταν από τα ίδια υλικά.
Διείσδυσε αυτή μέσα από την  πανοπλία του,
κατάφερε αυτός να την αρπάξει και να την κρατήσει,
τι έγινε πρώτα κανείς δεν ξέρει.

 
Βρέθηκαν μαζί ένα βράδυ φωτισμένο από το σκοτάδι
και με μουσική που συνέθετε η σιωπή.
Τυλίχθηκε πάνω του και ενώθηκε με το στόμα του.
Γεύτηκε κάθε ανάσα και αναστεναγμό του.
Έκλεψε μέσα από τα χείλη την ψυχή του.
Το σώμα της όμως δεσμεύτηκε από το σώμα του.
Ένιωθε το άγγιγμά του με κάθε αίσθηση, ακόμα κι αν αυτό είχε περάσει.
Δεν μπορούσε να φύγει μακριά του.
Αν απομακρυνόταν μια στιγμή ένιωθε την έλλειψη.
Το δέρμα της και όλη της η ύλη τον ζητούσε με μια απίστευτη δύναμη.

Κουλουριάστηκε στη γη κουρασμένη από όλο το βάρος να είναι υπαρκτή.
Εκείνος έκανε κάποια βήματα αδειασμένος και γεμάτος ταυτόχρονα.
Τον είδε να στέκεται με μάτια χαμένα και πόδια ελαφρά.
Έσκυψε και την σήκωσε στα χέρια.
Είχε βγάλει στην πλάτη φτερά.
Την πήρε μαζί του ψηλά, στα σύννεφα και στα αστέρια.

Λίγο πριν φτάσουν στο φεγγάρι, ήρθε η μέρα. 
Όπως αυτό ξεθωριάζει, άρχισε η δική τους πτώση.
Πτώση καθολική μα ομαλή.

Προσγειώθηκαν απαλά στην Κόλαση.
Εκεί που τους ταιριάζει.
Ήταν οικεία.
Ήταν ωραία.
Και θαύμαζαν όλοι οι αμαρτωλοί στα χρονικά
τη μαγεία που ενώνει το φως με τη φωτιά.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Χαμένα παιδιά


Ο Πίτερ Παν είναι ο άγγελος του θανάτου. Μου το είχες πει κάποτε εσύ. Από εσένα το έμαθα.
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν γιατί είναι νεκρά. Η Χώρα του Ποτέ είναι ο παράδεισος και τα οδηγεί αυτός εκεί. Μετά κανείς δεν γυρνά.

Δεν θα ξαναγίνει ποτέ για μένα ίδιο το παραμύθι. Μου αποκάλυψες στη μαγεία τη λύπη.
Δεν είναι η μόνη φορά.

Νικάνε πάντα οι καλοί γιατί την ιστορία την γράφουν οι νικητές.
Άλλη δική σου άποψη. Την έχω συγκρατήσει.

Για μένα πάντα το καλό ήταν το επιθυμητό και θεμιτό.΄Εβρισκα όμως το κακό -μαζί σου συμφωνώ- πιο ενδιαφέρον.

Εκτίμησα σιγά σιγά περισσότερο από την ευτυχία την περιπέτεια.

Στη ζωή μας υπάρχουν πολλά τέλη αναπόφευκτα. Τα happy end, από την άλλη πλευρά, μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι εφικτά.
Και αν υπάρχουν ακόμα, ίσως να είναι βαρετά.
Κάτι μπορεί να ξέρουν αυτοί που πριν τα ζήσουν φεύγουν. Αφήνουν αντί να αφεθούν να χαθούν. Πάνω από το να προστατεύουν είναι το να προστατευτούν. Σε καταλαβαίνω.

Κι αφού τα σκέφτομαι όλα αυτά, με λίγο φαντασία ακόμα μπορώ να δω πως στον κόσμο αυτό υπάρχουν άνθρωποι
που στην νεραϊδόσκονη έχουν αλλεργία και φταρνίζονται αν τύχει να τους μπει στη μύτη για να τη διώξουν μακριά
που έχουν υψοφοβία και θα αρνούνταν να πετάξουν ακόμα κι αν τους χάριζαν φτερά
που βλέπουν τις γοργόνες ως πλάσματα άχρηστα, ψάρια σιχαμερά
που για εκείνους οι πονηροί πειρατές είναι σαν πλούσιοι επενδυτές
...

Αυτοί είναι οι (χαμένοι) ενήλικοι. Άραγε πιο τυχεροί ή μη απ' τα χαμένα παιδιά;





 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Set your dragon free



Η νεράιδα και ο δράκος.
Πλάσματα ξεχωριστά.
Φως και φωτιά.
 
Μόλις γνωριστήκανε αναγνωριστήκανε.
Έπειτα δεθήκανε.
 
Ούτε αλυσίδες ούτε ξόρκια
είναι που τους κρατούν κοντά.
 
Κι αν είναι δυνατή,
κι αν έχει φτερά
και αν και μόνη της μπορεί να πετά,
στην πλάτη του να ανεβαίνει προτιμά.
Ταξιδεύουν μαζί.

 Όταν είναι χωριστά,
γυρίζουν στο δάσος, προχωράνε αργά,
ανάμεσα απ' τα δέντρα κοιτούν πονηρά.

Δεν κρύβονται πια.
 
Δεν φοβάται αυτή.
Το μόνο που φοβάται,
και μες στη χαρά της συχνά
 γι' αυτό λυπάται,
 είναι εκείνος μην την φοβηθεί.

Μήπως βαρεθεί.
Να την βλέπει συνεχώς μπροστά του.
Να την κουβαλάει στα φτερά του.
 
Κι έτσι λέει στον εαυτό της
"Set your dragon free"
 
Όμως δεν είναι σίγουρη αν μπορεί.
Να μην περιμένει να πετάνε οι δυο.
Να μην ψάχνει να τον δει στον ουρανό.

Στην καθημερινότητά του ο καθένας να γυρίσει.
 
Κι αν είναι, εκείνος να την βρει.
Αντί να αγχώνεται για να τον εντοπίσει.
 
Σε μια χωρά ονειρική
ο, τι αξίζει ποτέ δεν θα χαθεί.
 
Όμως στη γη,
έτσι έχει μάθει,
όποιος θέλει κάτι
πρέπει να διεκδικεί.

 





Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

(Γ)λυκόφως


Μια φορά (μόνο μια) και έναν καιρό (όχι πριν πολύ καιρό) έγινε αυτό που θα σας πω...

-Να ρθώ;
-Νυστάζω. Τι να σου πω..
-Πόσο πολύ;
-Μπορεί και να μην κοιμηθώ.
-Μα το είχαμε πει..

Ζύγιζε την κατάσταση ώρα πολλή κι εκείνος έλεγε δεν ξέρει
μέχρι που το αποκαμωμένο ταχυδρομικό περιστέρι
τής είπε να μη το ταλαιπωρεί και να πάει η ίδια να τον βρει.

Ετοίμασε γρήγορα τις αποσκευές της,χαιρέτησε τις νεραϊδονονές της,
χωρίς να προσδιορίσει για ποια μέρη, λέγοντας απλά "Θα φύγω"
και με τα παπούτσια της στο χέρι, το σκασε από τον πύργο.

Άσπρο μάρμαρο και πάγος
Μια μοκέτα λερωμένη που την ένιωσε σαν βάλτος
Έφτασε και στο μακρύ δάσος

Περπατούσε μοναχή. Κανείς εκεί για να την δει.
Μ' ακουγότανε φωνές, άγνωστες- ή και γνωστές,
που φαινόταν μακρινές κι όμως απειλητικές, κάποιες στιγμές.

Κι έφτασε στον προορισμό της για να είν' με τον καλό της.

Χτύπησε, λοιπόν, την πόρτα του κάστρου μικρού, ξύλινου σπιτιού του. (Είπα ποτέ ότι ήταν πρίγκιπας; Αν ήταν πρίγκιπας, εξάλλου, θα έπρεπε να πάει εκείνος να τη βρει. Μόνο για έναν μη πρίγκιπα θα έκανε κάποια αυτή τη διαδρομή.)
Του χώρου του δικού του.
Μέσα σ' αυτό ήταν μαζεμένα διάφορα πλάσματα του δάσους-όχι ζώα, μαγικά:νεράιδες μάγισσες και ξωτικά.
Εκείνα της άνοιξαν και την υποδέχτηκαν στη γιορτή τους, στο γλέντι, στη συνάθροιση τους.
Δυο μάγισσες χαχάνιζαν και συζητούσαν. Μιλούσαν για μαγικά φίλτρα και πώς αυτά σε άλλους επιδρούσαν.
Μια νεράιδα ζαλισμένη, πολύ καλούλα η καημένη, αποφάσισε στο τέλος να πηγαίνει.
Μια άλλη νεράιδα όμορφη πολύ είχε επιτόπου κοιμηθεί.
Ενώ ένα ξωτικό τρελό είχε αρχίσει το χορό.
Το ξωτικό- οργανωτής της  βραδυνής αυτής γιορτή όλο μιλούσε κι όλο και άλλους προσκαλούσε να ξενυχτίσουνε μαζί.
Ένας λυκάνθρωπος εμφανίστηκε απρόσκλητος μα σύντομα έφυγε όταν είδε πως δεν ήτανε ευπρόσδεκτος βγάζοντας μια κραυγή που όποιον δεν τον φοβόταν έκανε στο γέλιο να λυθεί.
Ήρθε για λίγο κι ένας δράκος που με το ξωτικό, το τρελό, έστησε ξέφρενο χορό, περίεργο, τρομαχτικό.
Εκείνος ήταν ξαπλωμένος, νυσταγμένος, παραλίγο κοιμισμένος. Και ωραίος. Ωραίος -προσεχώς-κοιμώμενος. Αντιλαμβανόταν τι γινόταν αλλά δεν αντιδρούσε.
Ξάπλωσε δίπλα του. Καθότανε και τον κοιτούσε. Μακάρι να τον φιλούσε. Όμως το ήξερε ότι δεν ήθελε να τον ξυπνούσε. Κι ας μην το ήξερε ότι τον αγαπούσε.

Όσο το γλέντι προχωρούσε, τελικά, φοβήθηκε από τα μαγικά πλάσματα και τα ξωτικά. Τον χάιδεψε σαν να ταν ο,τι πιο πολύτιμο έχει και φεύγοντας του είπε τον εαυτό του και τους άλλους να προσέχει. Το ήξερε ότι μπορούσε.

Καθώς έφτανε στον πύργο της όπου ήταν πια ασφαλής, την έλειψή του ένιωσε. Το μετάνιωσε. Έτρεξε πίσω όσο πιο γρήγορα μπορεί. Την είχε μάθει πια τη διαδρομή.
Έξω από την πόρτα του όμως βρήκε να κοιμούνται δύο δράκοι- ο ένας ίσως μεταμορφωμένο ξωτικό- που είχαν γίνει επικίνδυνοι κι επίτηδες τους είχαν κλείσει έξω οι άλλοι. Έτσι φοβήθηκε να χτυπήσει. Κι αφού τον είχε εγκαταλείψει, έχασε την ευκαιρία δίπλα του να ξενυχτίσει. Αυτό αργά κατάλαβε ότι ήταν κάτι που ήθελε πιο πάνω απ' το να ζήσει. 
Γύρισε πίσω στον πύργο της και βυθίστηκε στο σκοτάδι. Με την ελπίδα να βρεθεί στα όνειρα του. Με το φεγγάρι να τις θυμίζει πως όποιος δεν τολμήσει να αντιμετωπίσει το λυκόφως, χάνει την ευκαιρία να γευτεί και το Γλυκό φως.






 

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Οι φίλες μου

  Οι φίλες μου. Τα πιο υπέροχα πλάσματα. Στα μάτια μου πριγκίπισσες, νεράιδες, άγγελοι..
  Πάντα φανταζόμουνα το τέλειο. Οι χαρακτήρες που έπλαθα παιδί ήταν "οι πιο όμορφοι, οι πιο έξυπνοι, οι πιο καλοί.." Αν και κανείς δεν είναι τέλειος, ούτε αυτές αλλά ούτε κι εγώ, οι φίλες μου ζωντάνευαν κι ακόμα ζωντανεύουν τους ήρωες της φαντασίας μου. Με την καλοσύνη και τη γλυκύτητα τους, που αργότερα ξεχώρισα από την ομορφιά, ήταν οι πριγκίπισσες μου. Με τη ζωντάνια τους και τη δύναμη να λύνουν κάθε πρόβλημα έμοιαζαν νεράιδες. Με την αόρατη προστασία τους αλλά και τη γαλήνη που μου προκαλούν όταν είναι δίπλα μου είναι οι άγγελοι μου.
  Οι "έρωτες" μπορεί να είναι οι σκέψεις μας και το πιο συχνό θέμα συζήτησης μεταξύ μας όμως οι ίδιες οι φίλες μας είναι η ζωή μας.
  Μπορεί να ονειρεύομαι μια αγκαλιά κάτω από τ' αστέρια με το αγόρι μου όμως οι αγκαλιές που κάνω με τις φίλες μου είναι άπειρες και παντού. Για να παρηγορήσουμε η μία την άλλη, για να μοιραστούμε τη χαρά μας ή έτσι απλά στο ξεκάρφωτο για να τους πω ή να εννοήσω " Σ' αγαπάω". Ευτυχώς τους το χω πει. Πολλές φορές. Όμως δεν ξέρω αν ποτέ είτε εκείνες είτε εγώ καταλάβαμε πόσο πολύ το εννοούσα. Δενόμαστε με την καρδιά κι ας μην το καταλαβαίνουμε με το μυαλό.
  Οι φίλες μου είναι πάντα εκεί γύρω. Κοντά ή μακριά. Στο διπλανό θρανίο, στην άλλη άκρη της τάξης, της πόλης ή του κόσμου. Όπου κι αν είναι τις κουβαλάω μέσα μου με τη μορφή αναμνήσεων αλλά και κυρίως μιας απεριόριστης δύναμης που μου δίνει η ύπαρξη τους.
  Έστω μια μέρα ή μια ώρα που αισθάνθηκα πως δεν τις είχα ήταν τραγική, βασανιστική. Δεν ένιωθα μόνη, ένιωθα λειψή. Η φιλία δεν είναι θέμα αυτοεπιβεβαίωσης αλλά ανάγκη, ανάγκη βασική. Ένιωσα πως χρειάζομαι τις φίλες μου όπως τα μωρά τη μαμά τους λόγω ενός ισχυρού δεσμού.
  Οι φίλες μου είναι όλες διαφορετικές. Η κάθε μια είναι ξεχωριστή. Σε αντίθεση με τους συντρόφους, μπορούν -ίσως και πρέπει- να είναι πάνω από μία, ταυτόχρονα και για πάντα.
  Με τις φίλες μου φυσικά θα διαφωνήσουμε, θα τσακωθούμε. Αυτό κυρίως συμ(β)αίνει (δι)ότι είτε η μία ξέρει κάτι παραπάνω από την άλλη είτε έχει ακόμα να μάθει κάτι παραπάνω για την άλλη.
  Τέλος, αν και όσα θέλω να τους πω δεν τελειώνουν, κλείνω με μερικά αποφθέγματα που με εκφράζουν...

Τον φίλο πρέπει να τον προσέχεις σαν τον εαυτό σου γιατί ο φίλος είναι ένας άλλος σου εαυτός. (Αριστοφάνης)

Φίλος είναι κάποιος που σ' αγαπάει επειδή είσαι ο εαυτός σου, ή μάλλον, παρά το ότι είσαι ο εαυτός σου.

Φιλία είναι ο έρωτας χωρίς τα φτερά του ( George Byron)

Οι καλοί φίλοι είναι σαν τ' αστέρια. Επειδή δεν τους βλέπεις δεν σημαίνει ότι δεν είναι εκεί.

Αν ψάχνεις για ένα φίλο, θα ανακαλύψεις ότι είναι δυσεύρετοι. Αν είσαι διατεθειμένος να είσαι φίλος, θα τους βρεις παντού.

.....και ένα τραγούδι που αφιερώνω σε όλες (πέρα από εκείνη που μου το έμαθε)

ο( <3 )ο