Δυο κύματα.
Από κατευθύνσεις αντίθετες,
και θάλασσες διαφορετικές.
Μα
η θάλασσα είναι μια.
Με σκοτάδια στα βαθειά
και πίσω τους τη συννεφιά.
Συναντιούνται
σε μια αγκαλιά.
Κι ίσως
φτιάξουν φως.
Όνειρα Στιγμές Αναμνήσεις Φόβοι Επιθυμίες Ρήσεις Ερωτήσεις Ίχνη Ήταν Ζωές Ώρες Ημέρες
Δυο κύματα.
Από κατευθύνσεις αντίθετες,
και θάλασσες διαφορετικές.
Μα
η θάλασσα είναι μια.
Με σκοτάδια στα βαθειά
και πίσω τους τη συννεφιά.
Συναντιούνται
σε μια αγκαλιά.
Κι ίσως
φτιάξουν φως.
Απ' τα βουνά και τα νερά,
τη θάλασσα και τα ποτάμια,
απ' τις ελιές και τα πλατάνια,
έχω τις ρίζες μου βαθιά.
Από την άμμο και τους βράχους.
Τους γρήγορους κι αργούς χορούς.
Τα χέρια που έμαθαν τα χάδια
ενώ ήξεραν μόνο καημούς.
Κι από βορρά είμαι και από νότο.
Στο πέλαγος ισορροπώ.
Κι άμα βουλιάξω μες στο χρόνο,
πάλι ένα φως μπορώ να βρω.
Μες στους ανθρώπους με τα λάθη,
τα λίγα τους και τα πολλά,
που κάπου βρήκαν την αγάπη,
ή έστω μία συντροφιά.
Όρθιοι στης ζωής την άκρη,
ας ειν' να πουν
"Ήταν καλά".
Τι χρώμα είναι ο ουρανός;
Μπλε θα πουν οι πολλοί.
Μπλε είναι το σωστό.
Έτσι πρέπει.
Κι ας μην είναι η αλήθεια.
Δεν ενδιαφέρει κανένα.
Έτσι έχει συμφωνηθεί.
Κι όποιος το ξέρει, θα ανταμειφθεί.
Εγώ τον θέλω
κόκκινο και πορτοκαλί
και ροζ και μοβ.
Από τα ηλιοβασιλέματα
και τις ανατολές
όπου τον είδα έτσι
κι ένιωσα ζωντανή.
Ένα φόρεμα
με τα χρώματα του ουρανού
πάντα ήθελα.
Μα τώρα με πλακώνει.
Δεν με χωράει η γη.
Της πέφτω πολλή.
Της πέφτω μικρή.
Βουλιάζω στο γκρι.
Σε μέρα μουντή.
Ο ουρανός είναι χαρτί,
που μια θέλω να σκίσω
και μια να μείνει εκεί.
Τα όσα κρύβει
να αποφύγω.
Το φώς και το σκοτάδι.
Το τίποτα και το άπειρο.
Όταν ο ήλιος λάμψει
και δω πως έρχεται η άνοιξη
άγχος μου φέρνει και κατάθλιψη.
Γιατί ο χρόνος που περνάει
πίσω του με έχει αφήσει.
Σκάει η γη σαν ρόδι
Από μέσα της οι σπόροι
ξεχύνονται
σαν άπειρα "μπορεί"
που δεν βρίσκουν χώμα
να φυτρώσουν
να γίνουν ζωή.
Φωτιά και αίμα
οι σπόροι
αντί για
θησαυροί.
Τα τριαντάφυλλα όλα του κόσμου
στην αγκαλιά σου πάρε φως μου
Εγώ για 'σενα θα τα κόψω
με μιας στα χέρια να στα δώσω
Να πληγωθείς αν είν' μοιραίο
αναγνωρίζω πως θα φταίω
Μα δεν μπορεί κανείς να βγάλει
της ομορφιάς το κάθε αγκάθι
Μαζί πάνε χαρά και δάκρυ
Πόνος υπάρχει στην αγάπη
Κι αν λόγο έχεις να φοβάσαι,
μη μένεις στης ζωής την άκρη
Καμιά φορά
νιώθουμε πλανήτες
που ταξιδεύουν μόνοι τους στο σύμπαν.
Σε ένα σκοτάδι
με μακρινά μόνο φώτα
που μας χαιρετούν
ή τα χαιρετάμε εμείς,
και αν μας δουν.
Ονομάζουμε ανεξαρτησία τη μοναξιά μας.
Μπορούμε να πάμε όπου θέλουμε.
Αλλά πού πάμε;
Κανείς δεν ξέρει πού είμαστε,
εκτός από αυτούς με τους οποίους συναντιόμαστε κάθε στιγμή.
Άραγε ποιος ξέρει ποιοι είμαστε,
από αυτούς με τους οποίους συναντήθηκαμε κάποια στιγμή;
Ποια βαρύτητα μας φέρνει κοντά;
Έχει σημασία αν χωριστούμε ξανά;
Πλανήτες χωρίς δορυφόρο.
Χωρίς αυτό το βάρος,
χωρίς αυτή τη συντροφιά.
Κάποιες παλίροιες,
κάποιες εκλείψεις,
κάποιες συγκρούσεις
και εκρήξεις
τις βιώνουμε
κι εμείς
κι επιβιώνουμε.
Κάποιος από κάποιο τηλεσκόπιο μπορεί και να μας βλέπει,
μα δεν θα το μάθουμε μέχρι να φτιάξει διαστημόπλοιο να μας φτάσει, αν ενδιαφερθεί.
Ίσως όμως και μέχρι να φτάσει να μας δει να έχουμε εξαφανιστεί.
Κρίμα που δεν καπνίζω
να 'ρθω να σου μιλήσω
έξω
Έφερα τον εαυτό μου
κι ύστερα το ποτό μου
στο τραπέζι σου
Κοίτα με
Άκουσε με
Νιώσε με
Χαμόγελο
με λυπημένη ματιά
έχει μια άλλη αξία
Πένθος
Νταλκάς
Εθισμός
Χάνεσαι μες στη μουσική
Χάνεται γύρω σου ο καπνός
Κάποτε ήμουν αυστηρή
Όμως εγώ δεν είμαι εσύ
για να σε κρίνω
Και σε κοιτώ
Και σε ακούω
Και ανταποδίδω
Μες στην ομίχλη
βλέπω το φως
-Είναι καλό; ρωτάς
-Είναι όμορφο
Δεν έχει λογική
Μα δεν σημαίνει
πως δεν έχει νόημα
Αν έτσι ευτυχούν οι άνθρωποι
Δεν ξέρεις γιατί κάνεις
άλλο ένα τσιγάρο
Δεν ξέρω τι κάνω δίπλα σου
αλλά το απολαμβάνω
Η ομίχλη ενώνεται με τον καπνό
Εσύ το διώχνεις σαν κακό
Στο χώμα και στα χόρτα
Μια σπίθα
μια μικρή φωτιά
καίει αργά και σιωπηλά
Πριν να σωθεί
λυγίσαμε σε ένα φιλί
Και παραπάνω
Καυτό
Πικρό
Όμως το στόμα θέλει κι άλλο
Έτσι έμαθα
πως το τσιγάρο
δεν είναι για τη γεύση
που αρέσει
Της καθαρής ψυχής
Της αγνότητας
Της ελπίδας
Της αρχής
Μουτζούρα από στυλό
Λεκέ από τριβή με κάτι άλλο
Χωρίς κανείς να καταλάβει πότε και πως
Για να το διατηρήσεις
ίσως
δεν θα έπρεπε να κάνεις τίποτα με αυτό.
Να το αφήσεις
κλεισμένο
και προστατευμένο,
να μην το χρησιμοποιήσεις.
Μα και πάλι
μπορεί ο χρόνος να το γαριάσει.
Το λευκό
αποδέχεται να δίνεται
σαν καμβάς δημιουργίας
ανοιχτό στις δυνατότητες
της φαντασίας
της τύχης
της ζωής .
Το λευκό
αν το φυλακίσεις
στη μοναξιά του
γίνεται τρελό.
Σαν όνειρο
περίεργα αληθινό
Ανάμεσα στο απέραντο,
στο γκρι,
στο άγνωστο
Εσύ
Το χέρι σου σημείο αναφοράς
Τα μάτια σου το χρώμα
Τα χείλια σου πατρίδα
Η λάσπη γόνιμο έδαφος
Τα χόρτα χρυσά σύννεφα
Το δάσος προοπτική
Κανένας φόβος
αφού είμαστε μαζί
Βούλιαγμα στη στιγμή
Χαμένη ήμουν μέχρι να σε βρω
Αλλού δεν θα 'θελα να υπάρξω
Κοίτα με,
φίλα με,
πιάσε με απ' το χέρι
και θα πετάξω
Γυμνό κορμί.
Μόνο.
Με τις σκέψεις
που κούρασα
να τους δίνω αναφορά.
Σκιές
που κούρνιασαν
στα ίδια σημεία
που βάζουν στόχο τα κουνούπια.
Να μ' απαλλάσσουν από λίγο αίμα,
να μοιραστούν με εμένα κάτι,
να μου αφήσουν σημάδι.
Ντροπή
που είμαι ακόμα μικρή
και θέλω όλο να ξύνω την πληγή
σαν να είναι ένα παιχνίδι η αυτοκαταστροφή.
Χωρίς στο χρόνο επιστροφή.
Δεν το αρνούμαι
Σε θυμάμαι
Σε θέλω
Σε φοβάμαι
Σε σκέφτομαι
Κάθε μέρα σχεδόν
Ή συνέχεια
Τόσο
που φορές
δεν ξεχωρίζω
Σε νοσταλγώ
Πονάω
Μα δεν είναι να γυρίσω
Δεν μου ανήκεις
Δεν σου ανήκω
Δεν υπάρχει τίποτα να ζητήσω
Μόνο να μ' αφήσεις να φύγω
Να μπορέσω να σε αφήσω
Και να μην το μετανιώσω
Να έχω δίκιο
Όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό
Να μην στο πω
πως δεν σε αρνούμαι
Να αρνηθώ
πως σ' αγαπώ,
πως έχω ανάγκη να σε δω
Κι αν σ' αγαπώ,
να είναι ελαφρό
Σαν άνθρωπο
κι όχι στοιχειό
Σαν ιστορία
κι όχι μύθο
Ψώνιο
Πάντα γύρω από εσένα
Αγάπα με,
θα ήθελα να σου ζητήσω.
Μα δεν ξέρω αν είναι από εσένα
που το ζητώ πραγματικά.
Δίψα.
Δίψα ακόρεστη.
Που δεν μπορεί
κανείς (άλλος)
να τη σβήσει.
Γιατί;
Ποιος;
Μου στέρησε το νερό κάποιος
και γίνομαι κάκτος;
Στέκομαι μες στη έρημο, αγέρωχος,
λες και είναι κατόρθωμα, περήφανος.
Δεν με παίρνει,
μόνο δέρνει
ο άνεμος,
ο ανυπόφορος.
Γέρνω
αλλά δεν είναι κανείς εκεί
για να με δει.
Όποιος με συναντήσει
δεν ξέρω αν προτιμώ
να με φοβηθεί
ή να με λυπηθεί.
Αν μπορέσει,
αν θελήσει,
θα με ποτίσει.
Θα κρατήσω ο, τι μου δώσει.
Και θα μείνω εκεί.
Να παρατηρώ τον κόσμο που αλλάζει.
Κόσμο που έρχεται και φεύγει.
Ποτέ δεν θα μισήσω
όποιον μου έχει δώσει μια στιγμή,
καλή, κακή.
Δεν θέλω να πληγώνω.
Όπως δεν ήθελα να πληγωθώ.
Ίσως λίγο να ζηλεύω
άλλα φυτά,
φυτά που ανθίζουν σε άλλο κλίμα.
Μου φταίει το κλίμα ή κάποια ρίζα.
Ή δεν μου φταίει τίποτα.
Τίποτα δεν μου φταίει.
Είμαι αυτή.
Αυτή έχω γίνει.
Όταν (σπάνια) ανθίζω
είμαι ιδιαίτερα όμορφη.
Όσο ζω, όπως ζω,
είμαι ζωντανή.
