Νέα..παλιά
Στην ετικέτα "στίχοι μου" προσέθεσα (κάποια από τα) κείμενα που ως τώρα κρατούσα σε χωριστό τετράδιο προορισμένο για ατελή τραγούδια..

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Το "residual"

Δεν ξέρω αν σε ερωτεύτηκα.
Σε πίστεψα. 
Σε χρειάστηκα. 
Δεν ξέρω αν σε αγάπησα. 
Σε νοιάστηκα.  
Σε θέλησα.

Στο τέλος
έμεινε η ψυχραιμία μου 
και η ψυχρότητά σου. 

Δεν θέλω πια να σε ξαναδώ μπροστά μου. 

Μέσα μου σε βλέπω,  
και σε ακούω,
και σε έχω.
Είσαι κομμάτι μου,  
κομμάτι της ζωής της ιστορίας μου. 
Έχω συμφιλιωθεί με αυτό. 
Χρησιμοποιώ αντικείμενα και φράσεις σου. 
Σε έχω ενσωματώσει,
σαν σημάδι από πληγή
που έχω συνηθίσει να βλέπω/αγνοώ 
και που ίσως γίνει και στολίδι. 
Σαν χτύπημα εσωτερικό 
που θα πονάει κάθε άνοιξη,  
έτσι λίγο,  μόνο για να μου θυμίζει. 

Δεν θέλω να σε ξανασυναντήσω 
όχι επειδή σε μισώ 
αλλά επειδή ξέρω πια 
πως θα καταφέρουμε τέλεια 
να ανταλλάξουμε αδιάφορα "γεια". 

Ξέρω πως δεν θα καταφέρω 
πότε να σου πω κάτι παραπάνω, 
να ρωτήσω πράγματα που θέλω να μάθω.
Αλλά κι αυτά δεν είναι πολλά,
μόνο ψέματα
που δεν έχουν λόγο να γίνουν αλήθεια. 

Τα "γεια"  είναι μια προσπάθεια 
να μην περάσουμε τη γραμμή 
που έχουμε οδηγηθεί 
και γίνουμε ξένοι αντί γνωστοί. 
Λες και το γνωστοί αρκεί 
για κάποιους που έχουν μοιραστεί
ένα σπίτι,
ένα τραπέζι,
ένα κρεβάτι,
ένα σώμα
για δύο χρόνια. 
Μα σκέφτομαι πως αλλιώς θα είναι κρίμα, 
ένα κρίμα ακόμα.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Ενώ κοιμόμουν

Κείμενο για αυτό δεν έχω γράψει,
γιατί δεν το έχω ξαναζήσει.

Μια νεράιδα διέκοψε το λήθαργο της πραγματικότητάς μου.
Με πήρε από το χέρι βιαστικά,
αλλά κι ανάλαφρα.
Νόμιζα πως κινούνταν περίεργα
επειδή απλά εκείνη είναι νεράιδα.

Δεν φαντάστηκα στιγμή
τι ετοιμαζόταν να συμβεί.
Τι είχαν ετοιμάσει για 'μενα άλλοι που με βλέπουν ξεχωριστή.

Είχα σχεδόν ενοχληθεί.
Σκεφτόμουν "Πού με πάνε;"
Κι από μένα τι ζητάνε;

Ένα στρωμμένο μονοπάτι, νήμα, χαλί.
Για μένα; Γιατί;
Αφού έχω ξαναπάει εκεί που οδηγεί.
Ή μήπως όχι;

Είναι ένα δωμάτιο με κολώνες,
είναι μια πλατεία με αγάλματα,
είναι ένα δάσος γεμάτο δέντρα,
είναι ένας κήπος με λουλούδια,
που με κοιτάνε να τα κοιτάζω απορημένα.

Κάτι έχασα; Άργησα;
Τι να κάνω; Τι δεν έκανα;
Τι μου ζητάνε;

Κι όμως δεν θέλουν να ζητήσουν.
Θέλουν μόνο να μου δώσουν.

Αρχίζουν να μιλάνε σοβαρά.
Δεν τα καταλαβαίνω αρχικά.

Κάποιου εαυτού μου.
Δεν τα έκλεψαν,
τα δέχτηκαν.
Τα φιλοξενούν μέσα τους
και κάνουν τα στόματα
και τα σώματα
τους πομπούς.

Ακούγονται διαφορετικά.
Δεν είναι δικά μου πια,
δεν είναι δικά τους,
τα κάνουν δικά μας.

Μου χαμογελάνε
και δακρίζω.

Του ονείρου μου το υλικό
το πολλαπλασίασαν, το εμπλουτίσαν
κι ένα καινούργιο όνειρο για μένα δημιούργησαν.
Που το ζούμε όλοι μαζί.
Ξυπνητοί.

Και μου δείχνει πως ο, τι ο χρόνος παίρνει,
δεν χάνεται,  το μεταμορφώνει.