Ντυμένη σχεδόν πάντα στα μαύρα,
το μόνο χρώμα πάνω της
ήταν σταθερά το κόκκινο κραγιόν της.
Ένα μικρό στοιχείο απ' το κρυμμένο πάθος της
μες στο μελαγχολικό παρουσιαστικό της.
Όταν τραγουδούσε,
από το σκοτάδι της ψυχής της βλέπανε να ξεπηδούσε
μαγικό φως η φωνή της.
Ήχος σαν δροσερό και καθαρό αέρα,
κόντρα στον καπνό απ' τα τσιγάρα,
που δεν κράτησε από θαύμα ποτέ στα χέρια.
Μα έγινε κάτι ξαφνικά
και σταδιακά άρχισε να γεμίζει χρώματα,
στο βλέμμα της και σε χαμόγελα,
στη στάση και στα λόγια.
Τα μαύρα πάνω της πια φαίνονταν λαμπερά
και το κόκκινο κραγιόν της έπαψε να το φοράει συχνά.
Δεν το χρειαζόταν.
Τα χείλη της από μόνα τους ήταν φωτιά.
Έκαιγαν και καιγόταν.
Του μυαλού της τα σχέδια ήταν σαν την γλυκιά πιπεριά.
Επίπονα απολαυστικά.
Καταστροφικά γοητευτικά.
Όλα τους κόκκινα.

